Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015


                                Η Μεγάλη Πρασκευή
  Από το ίδιο βιβλίο (Ένα παιδί μεγαλώνει στο Ζαρό της Κρήτης", σελ. 86-87) παραθέτω ορισμένα από όσα για τη Μ. Παρασκευή έγραψα:
 
   "Η Μ. Παρασκευή ήταν ημέρα πένθιμη. Είχαμε την κηδεία του Χριστού, το νιώθαμε έτσι, αλλά πίσω είχαμε την κρυφή χαρά πως, αύριο βράδυ κιόλας, θα 'χουμε την Ανάσταση, την ώρα της χαράς και του πανηγυριού. Πένθιμη, λοιπόν, η βραδιά της Μ. Παρασκευής, ιδιαίτερα την ώρα που λέγαμε, μικρές πρόχειρες χορωδίες, τα Εγκώμια. Το "η ζωή εν τάφω", το "άξιον εστί", το "ώ γλυκύ μου έαρ" κι όλα αυτά τα συγκινητικά λόγια, που τα νιώθαμε -και ήταν βέβαια - σα μοιρολόι, μας συγκλόνιζαν και μας έκαναν να οργιζόμαστε  για τους "άνομους Εβραίους" που έκαναν, οι αχάριστοι θεοκτόνοι, αυτό το έγκλημα.
  Πολύ συγκινητική ήταν, επίσης, η περιφορά του Επιτάφιου, σε μια μεγάλη διαδρομή σ' όλο το χωριό. Καθώς μάλιστα συνήθως ήταν προχωρημένη άνοιξη και οι βραδιές ήταν όμορφες και γλυκές, η περιφορά ήταν μια εμπειρία ξεχωριστή. Πρέπει να πούμε ακόμη πως σημαντική στιγμή της βραδιάς της Μ. Παρασκευής ήταν όταν, όλος ο κόσμος, βγαίνοντας από την εκκλησία για την περιφορά, περνούσε κάτω από τον Επιτάφιο, που τον κρατούσαν ψηλά, στη δυτική έξοδο της εκκλησίας, τέσσερα δυναμικά παλικάρια. Σ' αυτή την τιμητική θέση, να κρατάς δηλαδή τον Επιτάφιο, εναλλάσσονταν, κατά την περιφορά, αρκετοί νέοι, καθώς θεωρούνταν πολύ σημαντικό να σηκώνεις τον Επιτάφιο -προτιμούνταν κάποιοι φαντάροι που βρίσκονταν με άδεια, κάποιοι φοιτητές, που σπάνιζαν τότε κλπ. Πρέπει, επίσης, να τονίσω πως, όλη τη μέρα της Μ. Παρασκευής και ιδιαίτερα το βράδυ, η καμπάνα της εκκλησιάς χτυπούσε πένθιμα κι ο ήχος της γέμιζε θλίψη την ατμόσφαιρα.
  ... Να σημειώσω ακόμη πως τη Μ. Παρασκευή διαβάζαμε και λέγαμε στις παρέες μας το λαϊκό μοιρολόι της ημέρας, που άρχιζε με το "σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα, σήμερα όλα θλίβονται και τα βουνά λυπούνται...". Καθώς μάλιστα έπρεπε να έχει συννεφιά εκείνη τη μέρα, μας ενοχλούσε λίγο αν τύχαινε να 'χει λιακάδα -αν και δεν το σχολιάζαμε φωναχτά.
  Αυτό που πρέπει να σημειώσω και μάλιστα με έμφαση, είναι η διάχυτη ατμόσφαιρα λύπης, πένθους σωστότερα, που κυριαρχούσε όλη τη μέρα της Μ. Παρασκευής, προ παντός στην περιφορά του Επιτάφιου. Απόλυτη ησυχία, ίσως μόνο κάποια σιγανά ψυθιρίσματα, καθώς όλο το σκηνικό, όλη η διαδικασία, μέσα στη συνήθως γλυκιά ανοιξιάτικη βραδιά, ήταν μια πρόκληση για σχόλια και κουβέντα. Κι όμως, απόλυτος σεβασμός. Το τονίζω αυτό, καθώς με θλίψη παρακολουθώ τώρα, ακόμα και στην περιφορά του Επιτάφιου, να σκάνε διάφορα "δυναμιτάκια" και να κομματιάζεται η όποια κατάνυξη θέλει και μπορεί να νιώσει κανείς αυτό το βράδυ. Πόσο αλλάξαν οι καιροί..."
 
  Το μοιρολόι των Εγκωμίων μου θύμισε αυτά που γράφω στο ίδιο βιβλίο για τα "πένθη και μοιρολόγια", που σημάδεψαν την παιδική μου ηλικία και είχαν να κάνουν με τον πόλεμο της Αλβανίας. Όμως αυτά κάποια άλλη στιγμή...    

            Σήμερον κρεμάται επί ξύλου...
  Αν με ρωτήσει κανείς, ποιο επεισόδιο από τις ακολουθίες ολόκληρης της Μ. Εβδομάδας δεν θα ήθελα να χάσω, είναι η κορύφωση της Μ. Πέμπτης, όταν βγαίνει ο Εσταυρωμένος και ακούγεται το εντυπωσιακό τροπάριο "Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι την γην κρεμάσας...". Αυτό το "εν ύδασι την γην κρεμάσας" ήταν που μου έκανε μεγάλη εντύπωση όταν για πρώτη φορά μπορούσα να κατανοήσω αυτά που άκουγα. Αντιγράφω, λοιπόν, παρακάτω, αυτά που -μεταξύ άλλων- σημειώνω στο βιβλίο μου "Ένα παιδί μεγαλώνει στο Ζαρό της Κρήτης", από το κεφάλαιο "ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ" (σ. 85-86).
  "...Πραγματικά, από τη Μ. Δευτέρα και μετά, μόλις νύχτωνε και χτυπούσε η καμπάνα, πηγαίναμε όλοι βιαστικά στην εκκλησία για να παρακολουθήσουμε τις ακολουθίες. Εμείς τα παιδιά μαζευόμαστε στο αριστερό μέρος της εκκλησίας όπου, στο μεγαλύτερο μέρος της βραδιάς, κάναμε αμέτρητες μετάνοιες, γονατιστοί. Δεν ξέρω από ποιον κώδικα επιβάλλονταν αυτό, όμως ήταν κανόνας. Μπορεί τα γυμνά μας γόνατα να πληγώνονταν από το σκληρό πλακάκι της εκκλησίας, όμως εμείς εκεί, "κύριε ελέησον -κύριε ελέησον" και κάτω.
  Ξεχωριστή μέρα θεωρούσαμε τη Μ. Πέμπτη με τα δώδεκα ευαγγέλια. Τα μετρούσαμε με αδημονία, χαρούμενοι μόλις τελείωνε κάποιο ευαγγέλιο, γιατί έτσι έμεναν όλο και λιγότερα...
  Βέβαια, ξεχωριστή στιγμή, η πιο συγκλονιστική της βραδιάς -ίσως και όλης της Μ. Εβδομάδας -, ήταν η στιγμή, μετά το έκτο ευαγγέλιο, που έβγαινε ο Σταυρωμένος. Μπροστά τα ξαπτέρυγα, το θυμιατό, και πίσω ο παπάς, κρατώντας τον ξύλινο Σταυρωμένο, να ψάλλει, μέσα σε νεκρική σιγή, το "σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας...". Ιδιαίτερα θυμάμαι τον παπά -Αντώνη, θα 'μουν μεγάλος πια, μαθητής γυμνασίου, αναμαλλιασμένο κι αγριεμένο, σαν από κάποιο βιβλίο του Καζαντζάκη βγαλμένον, να βγαίνει με το σταυρό και να ψάλλει δυνατά, μ' εκείνη τη χαρακτηριστική, κάπως ένρινη φωνή του, προκαλώντας, σε μένα τουλάχιστον, μια μικρή ανατριχίλα..."
  Όμως, μέρα που είναι, χρειάζεται, σε μια άλλη ανάρτηση, να γράψω κάτι και για τη Μ. Παρασκευή. Από το ίδιο αφηγηματικό των παιδικών μου χρόνων βιβλίο.