Τρίτη, 19 Μαρτίου 2019

ΑΠΟ ΤΟ Ο Λ Ο Κ Α Υ Τ Ω Μ Α των Εβραίων Διάβασα πρόσφατα -όχι τυχαία πάντως - το βιβλίο του ΛΕΟΝ ΣΑΛΤΙΕΛ "ΜΗ ΜΕ ΞΑΧΑΣΕΤΕ" και έφριξα, όπως κάθε φορά φρίττει κανείς διαβάζοντας κάποιες λεπτομέρειες από το φρικτό αυτό έγκλημα σε βάρος της ανθρωπότητας. Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει επιστολές μητέρων, εγκλωβισμένων στην κατοχική Θεσσαλονίκη, προς τα παιδιά τους που έχουν φυγαδευτεί στην Αθήνα για να γλιτώσουν από τους διωγμούς, οι οποίοι αρχίζουν από το τέλος του 1942 με αρχές 1943, και κορυφώνονται Μάρτιο -Απρίλιο του '43, με τις αλλεπάλληλες αποστολές Εβραίων, κάθε ηλικίας και φύλου, σε συνθήκες χειρότερες από ζώα, στο Άουσβιτς κυρίως. Καταχωρώ παρακάτω τις δυο τελευταίες επιστολές -από τις συνολικά 30 που δημοσιεύονται -της μάνας Σαρίνας προς τον γιο της Μωρίς: ΕΙΚΟΣΤΗ ΕΝΑΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ (17 ΜΑΡΤΊΟΥ 1943) Αγαπημένο μου παιδί, Σου γράφω αυτές τις γραμμές με τα μάτια γεμάτα δάκρυα και την καρδιά παγωμένη από τον τρόμο. Είναι πάνω από 2 μήνες που αντέχουμε μια αγωνία που αργά και προοδευτικά μεγαλώνει, δουλειά έμπειρου σαδιστή. Δε μπορώ να σου περιγράψω αυτή την περίοδο χωρίς να σε κάνω να υποφέρεις. Εδώ και 2 χρόνια δεν κάνω άλλο από το να μετακομίζω και με όλη την αγωνία του να γνωρίζω κάθε στιγμή πως δεν υπάρχει αποκούμπι. Ωστόσο έκανα υπομονή αφού τουλάχιστον μέναμε στην πατρίδα μας. Αυτή την τελευταία φορά μας συγκέντρωσαν όλους μέσα στο γκέτο. Πλαγιάζουμε το βράδυ με το φόβο μιας νέας διαταγής που μας περιμένει την επομένη. Μας απαγόρευσαν αρχικά να μένουμε έξω μετά τις 5 η ώρα, έπειτα απαγόρευσαν την έξοδο από το γκέτο, κλείσιμο των μαγαζιών, καταγραφή όλων των αγαθών, της περιουσίας, ακόμα και του σκύλου και της κότας. Αυτό το δηλητήριο το καταπίναμε λίγο λίγο και παρ' όλα αυτά υποτασσόμασταν σιωπηλά σαν υποζύγια. Τώρα το χειρότερο είναι ο εκτοπισμός. Το αίμα μας παγώνει κάθε στιγμή, η καρδιά μας χτυπάει να σπάσει, πρέπει να εγκαταλείψουμε τα πάντα, πατρίδα, γονείς, να αποχωριστούμε ο ένας τον άλλο, φίλους και αγαθά, και να φύγουμε με μόνο ένα σάκο στην πλάτη. Δεν έχουμε δικαίωμα να πάρουμε ούτε βαλίτσα. Η πρώτη αμαξοστοιχία έφυγε ήδη, προς ποιον προορισμό; το αγνοούμε. Η δεύτερη θα φύγει σήμερα. Την ημέρα της αναχώρησης οι άνθρωποι ξετρελαμένοι καίνε έγγραφα, χρήματα, σπάζουν τα έπιπλά τους με κραυγές θανάσιμα πληγωμένων θηρίων, έπειτα εγκαταλείποντας τους καρπούς της δουλειάς τους φεύγουν στοιβαγμένοι σαν σαρδέλες μέσα σε βαγόνια για ζώα και να τους αντιμετωπίζουν με λιγότερο σεβασμό από αυτά. Αυτό λοιπόν μας περιμένει σήμερα ή αύριο. Δίνουμε τα πάντα σε κάθε φτωχό εργάτη που έρχεται, στον έναν παπούτσια, στον άλλον ρούχα, σε άλλον χρήματα, γιατί τίποτε δεν μας ανήκει πλέον. Η θεία είναι έτοιμη να γεννήσει. Πού θα γεννήσει η άμοιρη; Τουλάχιστον αν φύγουμε με το ίδιο κομβόι, θα μπορούσα να τη βοηθήσω. Έχουμε αποχωριστεί από τον παππού, τη γιαγιά, τον θείο και την θεία. Όταν σκέφτομαι αυτούς τους γέροντες που δεν έχουν κανένα από τα παιδιά τους να τους βοηθήσει αυτές τις δύσκολες στιγμές, σηκώνονται τα μαλλιά της κεφαλής μου. Σε αυτή τη δύσκολη περίοδο βρήκα στον φίλο σου περισσότερο από έναν γιο. Δεν θα μπορέσω ποτέ να ξεπληρώσω αυτό που έκανε για μας. Αν ο Θεός μου δώσει την ευτυχία να επιστρέψω μια μέρα, θα είμαι γι' αυτόν μια μητέρα. Θα τον βοηθήσω να σπουδάσει. Αν όμως η ευτυχία αυτή δεν μου δοθεί, σ' εσένα παιδί μου αναθέτω αυτό το χρέος. Θα ζήσεις μαζί του και με τον άλλο φίλο που είναι κοντά σου σαν αδέλφια. Οι γονείς του τελευταίου έκαναν επίσης πολλά για μας. Θα τους είμαι ευγνώμων. Θα βρεις κοντά τους και κοντά στον φίλο σου ό,τι θα σου χρειαστεί. Τους το έχω ζητήσει αυτό. Δεν ξέρω τι με περιμένει αύριο τα χαράματα. Αν μας εκτοπίσουν θα είμαι δυνατή, να αντέξω όλες τις ταλαιπωρίες, μόνο για να έχω την ευτυχία να σε ξαναδώ μια μέρα. Μέσα στις δύσκολες στιγμές η μορφή σου θα μου δίνει την δύναμη, θα λέω "όχι, να μην αφήσουμε να μας αποτελειώσουν. Θα 'ρθει μια μέρα που το λατρεμένο μου παιδί θα μας ξαναζεστάνει με την τρυφερότητά του και θα με κάνει να ξεχάσω αυτόν τον εφιάλτη". Να είσαι κι εσύ δυνατός. Ο Θεός δεν θα μας εγκαταλείψει. Μπορεί να κάνει ένα θαύμα απ' την μια στιγμή στην άλλη. Είναι τόσες ψυχές που τον ικετεύουν. Ψάχνω να βρω στη συνείδησή μου τι κακό έχω κάνει για να υποφέρω έτσι, σου ορκίζομαι αγαπημένο μου παιδί πως δεν βρίσκω κάτι. Ήμουν πάντοτε καλή και γενναιόδωρη προς όλους. Τις τελευταίες μέρες είχα την απόδειξη, από τις 7 το πρωί το σπίτι κατακλύζεται από τους φίλους και καθένας θέλει να με βοηθήσει, όμως δεν μπορούν να κάνουν τίποτε, εκτός από το να μας δίνουν δύναμη με την τρυφερότητά τους. Αυτό ανεβάζει, το λιγότερο, το ηθικό όταν ξέρεις ότι σε αγαπούν. Σε αντίθεση, υπάρχουν άλλοι που όπως τα αρπακτικά πουλιά έρχονται να καταβροχθίσουν με μάτια λαίμαργα, οτιδήποτε αφήσουμε και δεν μπορούσε να τους ανήκει. Παριστάνουν τους μελιστάλαχτους φίλους, όμως θα ήθελαν με νύχια αρπακτικών να αρπάξουν τα ματωμένα κατάλοιπα της πληγωμένης καρδιάς μας και των εγκαταλειμμένων αγαθών μας. Ο μπαμπάς δεν ξέρει τι να κάνει, πάει κι έρχεται χωρίς να μπορεί να με βοηθήσει σε τίποτε. Εγώ πρέπει να σκεφτώ τα πάντα. Είναι σα να έχω ένα παιδί, κι έτσι του φέρομαι. Μακάρι ο Θεός να μου δίνει τη δύναμη για δύο, ώστε να έχεις την ευτυχία να τον ξαναδείς. Σου στέλνω την ευχή του μαζί με τη δική μου. Ο Θεός να σε προστατεύει πάντα. Να είσαι καλός με όλους και γενναιόδωρος. Φυλάξου από τους υποκριτές, γιατί αυτοί κρύβουν πάντα ιδιοτελείς σκέψεις. Να αγαπάς τα ξαδέλφια σου σαν αδέλφια, καμιά διχόνοια να μην σας χωρίσει. Ευχαρίστησε εκ μέρους μου όλους τους φίλους που έχεις εκεί, όπως και τους συγγενείς μας. Σ' αφήνω, αγαπημένο μου παιδί, σ' αγκαλιάζω και παρακαλώ το Θεό να κάνει ένα θαύμα μέχρι αύριο, για να σου γράψω άλλο ένα γράμμα, χαρούμενο, ευλογώντας ακόμη και τους εχθρούς μας. Ο μπαμπάς σε φιλά γλυκά. Σε γεμίζω τρυφερά φιλιά. Η φίλη σου, η αγαπημένη σου, η μαμά σου. (Ωστόσο, ακολουθεί μια ακόμη, σύντομη επιστολή, με ημερομηνία 21 Μαρτίου. Γράφει: Αγαπημένο μου παιδί, τι μπορώ να σου πω εκτός από το ότι ψυχορραγούμε σιγά σιγά. Τρεις αποστολές έχουν ήδη φύγει με όλες τις αφάνταστες ταλαιπωρίες, χωρίς χρήματα, χωρίς τίποτε, μόνο με ένα σάκο στην πλάτη. Εμείς που είμαστε ακόμη εδώ πεθαίνουμε κάθε στιγμή από τη μεγάλη αγωνία. Δοκιμάσαμε τα πάντα αλλά δεν καταφέραμε τίποτε. Ίσως αυτό είναι το τελευταίο γράμμα που σου γράφω. -Να έχεις την ευχή μου. Ο Θεός να σε φυλάει... Σ' αφήνω, λατρεμένο μου παιδί, σε φιλώ τρυφερά, το ίδιο και ο αγαπημένος σου μπαμπάς. - Η καρδιά μου ξεσκίζεται - Σαρίνα) Πράγματι, δεν υπήρξε άλλη επιστολή. Ο επιμελητής του βιβλίου μας πληροφορεί ότι: " ...εκτοπίστηκαν με την 4η αποστολή στις 23 Μαρτίου 1943 και έφτασαν στο Άουσβιτς μετά από πέντε ημέρες. Ο πατέρας ήταν άρρωστος και τον έστειλαν αμέσως (όχι στο ...νοσοκομείο, αλλά) στους θαλάμους αερίων. Κανείς από την οικογένεια δεν γύρισε πίσω" Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς; Απλά, ότι ο άνθρωπος, οι άνθρωποι, συχνά ξεπερνούν τα θηρία σε αγριότητα και ειδεχθή εγκληματικότητα, για να πραγματοποιεί τέτοια εγκλήματα, όπως το φρικτό ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ. Όμως, και σήμερα, όσοι τα επιδοκιμάζουν -δυστυχώς υπάρχουν και τέτοιοι-, ΕΙΝΑΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΙ ΑΠ' ΑΥΤΟΥΣ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου